Ο Επιτάφιος της Παναγίας της Παλαιοημερολογίτισσας το Πάσχα του 1942

Μεγάλη Πέμπτη στην εκκλησία της Παναγιάς της Παλαιοημερολογίτισσας. Στην απέραντη αυλή των οικογενειών Σιαφάκα, επί της οδού Μεσολογγίου, λειτουργούσε ο παπα-Κωσταντής, ένας γεροδεμένος ιερέας από την Καλαμάτα.

Τον παπα-Κωσταντή τον βασάνιζε από καιρό η απόφαση της γερμανικής Κομαντατούρας, που η διαταγή έλεγε: «παντός είδους τελετές και εορτές λατρείας αλλάζουν πρόγραμμα ώρας, όπως:

Α. Η περιφορά Επιταφίου μέχρι τις 6 το απόγευμα και γύρω μόνο από τον μαντρωμένο περίβολο της εκκλησίας.

Β. Ανάσταση την Κυριακή του Πάσχα 8 το πρωί.

Ο παπα-Κωσταντής τη Μεγάλη Πέμπτη έπρεπε να κάνει την Αποκαθήλωση στις 5:30, για να βγάλει τα Ευαγγέλια σωστά μέχρι τις 7 μ.μ.

«ΟΥΣΤ ΓΕΡΜΑΝΑΡΑΔΕΣ…»

 Κάτι δεν πήγαινε καλά, ήταν ανήσυχος και στο θυμιάτισμα τον άκουγες να λέει «ουστ, Γερμαναράδες αντίθρησκοι». Και ξάφνου κόβει τη λειτουργία, ανεβαίνει στον άμβωνα, που ήταν ένα υπερυψωμένο πεζούλι, και τους καλεί κάθε ένα ξεχωριστά με το όνομά τους. Άλλωστε τόσο καιρό τους γνώριζε καλά και αντρίκεια έβγαλε έναν πύρινο λόγο. Αλλά ας δούμε και ποιο ήταν το πλήρωμα της εκκλησίας. Ήταν οι μανάδες μας, ήταν οι πρόσφυγες του Βύρωνα, ήταν τα παιδιά των Παλαιοημερολογιτών, που εδώ στην περιοχή του Βύρωνα είναι πολλοί.

«Χριστιανοί», τους λέει, «εμείς την περιφορά του Επιταφίου θα τη βγάλουμε στις 9 το βράδυ όπως πάντα. Δεν μας τρομάζουν οι αντίθρησκοι, γι’ αυτό αύριο να μη λείψει κανείς, και ακόμα να φέρετε και Νεοημερολογίτες, να φέρετε κόσμο».

Και ο Θεός ξημέρωσε την άλλη μέρα τη Μ. Παρασκευή. Από νωρίς έκαναν έναν Επιτάφιο γεμάτο από γεράνια, βιολέτες και μερικούς κρίνους, που έβγαιναν σκόρπια στις αυλές των σπιτιών.

Στο κάλεσμα του παπα-Κωσταντή όντως δεν έλειψε κανείς: Στο όνομα Σιαφάκα ήταν αρκετοί, ο γανωτζής κυρ-Γιώργης με το γιο του το Μανόλη, καλόγηρο της μονής Μαριάμ της Κερατέας, τα άλλα παιδιά Γιάννης, Μιχάλης, Φλώρα, Μαργαρώ, τα παιδιά της κυρίας Ζαχάρως, γνωστά αργότερα για την αντιστασιακή τους δράση, τα παιδιά του κυρ-Αποστόλη και τόσα και τόσα παιδιά από κάθε δρόμο, γυναίκες από κάθε γειτονιά.

Όπως λέει και το πρωτόκολλο, δεν έλειψαν και οι επίσημοι: ο γέρος Κόκκορης, που είχε μια ξυλαποθήκη στην οδό Υμηττού από το 1918, ήταν παρών ντυμένος με τα αρχοντικά του και φάνταζε από μακριά η χρυσή καδένα του, ο κυρ-Στάθης ο σανοπώλης, ο Γ. Ζαχαράκης ο πηγαδάς και αρκετοί νοικοκυραίοι.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 Είχε αρκετά νυχτώσει και η μεγάλη απόφαση ήταν γεγονός. Το ξεκίνημα με το άνοιγμα της πόρτας – μια τεράστια ξύλινη. Βγήκε ο Επιτάφιος, ας μην το περιγράψω, η πίστη της Ορθοδοξίας πάντως ήταν εκεί. Δύο εξαπτέρυγα μπροστά, αμέσως ο παπα-Κωσταντής μ’ ένα πελώριο θυμιατό γεμάτο από κάρβουνο και λιγοστό λιβάνι. Αμέσως τα παιδιά της γύρω περιοχής και οι μανάδες μας με το μαύρο τσεμπέρι και μερικές μεγαλόσχημες με τον κεντητό σταυρό στο μαντίλι. Από φωνές όπως ήθελε ο καθένας.

Πάντως εκείνο το βράδυ στο Βύρωνα βγήκε ο Επιτάφιος. 1942, Απρίλης μήνας, ακούστηκε η «ζωή εν τάφω», μια δέηση όπως συνηθίζεται στα σιδεράδικα στην πλατεία Αγίου Λαζάρου και αμέσως μετά στη γωνιά, στο στραγαλατζίδικο, απέναντι από τα φροντιστήρια του Σάρολα.

Και ξάφνου, σε μια τρίκυκλη μοτοσικλέτα φάνηκαν τρεις Γερμανοί της Κομαντατούρας με το χάλκινο περιλαίμιο στο στήθος τους.

«Αλτ», ακούστηκε στη μαύρη νύχτα της Κατοχής. Ούρλιαζαν «βας ιστ ντας». τί είναι αυτό; Παγώσαμε, σταμάτησε η ψαλμωδία και αποθέσαμε τον Επιτάφιο κάτω με κομμένα πόδια.

Ήλθαν κοντά και κυριολεκτικά τα ‘χασαν «ζι ζιντ φέρικτ», είστε τρελοί. Και κάποιος από την παρέα των παιδιών πέταξε κάτι γερμανικούρες («χόιτε Κρίστους σλάφεν», «σήμερα ο Χριστός κοιμάται»), «ράους – ράους» και μας απόθεσαν πίσω και αφού έκλεισε η ξυλόπορτα έκλεισε και στην ψυχή μας τα πάθη του Κυρίου και τα μελλούμενα τα δικά μας.

Μέχρι τα ξημερώματα με παρακλήσεις και ψαλμούς έφτασε το Μ. Σάββατο. Φεύγουμε για τα σπίτια μας. Η κάπνα από τα ξύλα των φούρνων μύριζε αρκετά στην οδό 40 Εκκλησιών. Ο φούρνος του Μούλιου του μπαρμπα-Ηλία με το γιο του Νίκο ζύμωναν το αρτόδεντρο, 40 δράμια την ημέρα, λόγω Πάσχα, από Δευτέρα 30 δράμια.

ΤΟ… ΓΑΪΔΟΥΡΙ

Στη γειτονιά, στο ψιλικατζίδικο της Στέλλας Τσιφτσόγλου, παίρνονταν παραγγελίες για γαϊδουρινό κρέας. Κάποιος από Καισαριανή μεριά θα έσφαζε γαϊδούρι. Καινούργιος αγώνας για φάνες και κούτσουρα για να βράσει. Και όμως μια μέρα φωτιά και δεν έβρασε…

Πηγή: Εφημερίδα «ΕΝΤΟΣ του Βύρωνα»
Τεύχος:43
Ημερομηνία: 3/1999
Συντάκτης ΜΑΝΟΛΗΣ ΜΠΟΥΡΜΠΟΥΛΑΣ
Αναδημοσίευση από: Πάλαι ποτέ στο Βύρωνα

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ