H κωμωδία του τζάμπα πολιτισμού

Ανοιχτή επιστολή στην Αγγελική Τσιόγκα απευθύνει ο ηθοποιός Γιάννης Ευαγγελίδης, σχετικά με το θέμα των απλήρωτων δασκάλων του Πνευματικού Κέντρου.

Στην επιστολή του, ο γνωστός ηθοποιός, αναφέρει ότι στις θεατρικές παραστάσεις που πραγματοποίησε με πρωταγωνιστές τα ίδια τα μέλη των ΚΑΠΗ του Δήμου Βύρωνα, πλήρωσε από την τσέπη του ακόμα και τα έξοδα του ανεβάσματος για τα οποία μέχρι σήμερα δεν έχει πληρωθεί.

Ακολουθεί το κείμενο της επιστολής του κ. Ευαγγελίδη:

Η ΚΩΜΩΔΙΑ ΤΟΥ ΤΖΑΜΠΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Αγαπητή κυρία Τσιόγκα.

Διάβασα πρόσφατα στο διαδίκτυο, την ανοιχτή επιστολή που απευθύνατε στις 8 Απριλίου του τρέχοντος έτους, στον κύριο Δήμαρχο Βύρωνα, ΓΙΑ ΤΟΥΣ [επί ενάμισι χρόνο] ΑΠΛΗΡΩΤΟΥΣ ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ μας ΚΕΝΤΡΟΥ. Και όσο και αν έψαξα να βρω μια απάντηση, του κυρίου Δημάρχου, στην δίκαιη καταγγελία σας, δεν την βρήκα πουθενά. Πιθανολογώ άρα ότι δεν μπήκε καν στο κόπο να σας απαντήσει.

Μου προξένησε όμως εντύπωση, η αστραπιαία ταχύτητα με την οποία ο κύριος Δήμαρχος σας απάντησε σε επιστολή παραπόνων που του απευθύνατε στις 10 Ιουλίου του 2010, ως μέλος του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων του 2ου Δ.Σ. ΒΥΡΩΝΑ. Η απάντησή του, όπως βλέπω, αναρτήθηκε μέσα σε 24 ώρες! Στις 11 Ιουλίου. Να υποθέσω ότι υπεραμύνθηκε τότε του ηγετικού του προφίλ, εν όψει των επερχόμενων Δημοτικών εκλογών της 7ης Νοεμβρίου 2010; Συμπωματικά πάντως, οι δάσκαλοι του Πνευματικού Κέντρου πληρώθηκαν πριν από τις τότε Δημοτικές Εκλογές και έκτοτε, για ενάμιση χρόνο όπως σωστά λέτε, παραμένουν απλήρωτοι!

Είμαι κι εγώ, κυρία Τσιόγκα, ένας από τους απλήρωτους δασκάλους του Πνευματικού μας Κέντρου και προσυπογράφω την αγωνιώδη κραυγή στην αναπάντητη επιστολή σας, ότι:

«… οι εκπαιδευτικοί που διδάσκουν, εκεί μέσα, είναι Δάσκαλοι με Δ κεφαλαίο. Άνθρωποι με μεράκι αξιοζήλευτο που μαθαίνουν στα παιδιά μας τέχνες σπουδαίες και υψηλές

Και δεν βλογάω έμμεσα τα γένια μου, γιατί δεν συμπεριλαμβάνομαι μεταξύ των δασκάλων που εσείς αναφέρεστε. Και, ευκαιρίας δοθείσης, έχω τονίσει επανειλημμένα και στον κύριο Δήμαρχο και στους αρμόδιους φορείς του Πνευματικού μας Κέντρου, πως η δουλειά που γίνεται τα τελευταία χρόνια στο Ερασιτεχνικό π. χ. Θέατρο του Δήμου μας, αν ο λόγος μου έχει κάποια βαρύτητα πάνω σ’ αυτό, είναι μια πραγματικά ευτυχής συγκυρία, όχι μόνο για την περιοχή μας αλλά και για την χώρα ολόκληρη. Και ξέρω, πως τα παιδιά αυτά που με τόσο μεράκι ψυχής επιτελούν ένα τόσο σημαντικό έργο για τον πολιτισμό αυτής, της πολιτιστικά παραμεθόριας περιοχής που γεννηθήκανε, φτάνουνε πολλές φορές στην ανάγκη, να μαζεύουνε πεταμένα έπιπλα απ’ τα σοκάκια για να στήσουνε ένα σκηνικό. Γιατί ποτέ και κανείς δεν τους ζύγωσε να τους ρωτήσει ποιες είναι οι έστω και ελάχιστες πρακτικές ανάγκες για το ανέβασμα μια θεατρικής παράστασης. Οι εργάτες του πολιτισμού δίνουνε την ψυχή τους και οι εκάστοτε αρμόδιοι για θέματα πολιτισμού δεν δίνουνε ούτε του αγγέλου τους νερό. Και δεν σας μιλάω γι’ αυτά που ακούω και για όσα μου είπανε. Σας μιλάω εξ ιδίας πείρας, που αποκόμισα τόσο από την παρελθούσα Δημοτική Αρχή με άλλο ονοματεπώνυμο και με άλλη σημαία, όσο και από τη σημερινή. Και περιορίζομαι στη σημερινή που αναφέρεστε.

Η πρώτη φράση που άκουσα  όταν πέρασα την πόρτα του Πνευματικού μας Κέντρου, τέλη του 2009, από την τότε Καλλιτεχνική Διευθύντρια, ήταν: Ότι θέλετε, λεφτά μόνο μην ζητήσετε!

Δεν περίμενα βέβαια να μου απαγγείλουν Καβάφη με την υποδοχή! Αλλά ούτε και τόσο συνοπτικά, μέσα σε ένα μόνο στίχο, να μου δώσουν το στίγμα πλεύσης, την προμετωπίδα του Πνευματικού μας Ιδρύματος, την πεμπτουσία του Τζάμπα Πολιτισμού!

Και αυτό, γιατί η μία από τις τρεις κοινωνικές λειτουργούς των ΚΑΠΗ που συμμετείχαν μεταξύ των άλλων σ’ αυτή την συνάντηση που είχα κληθεί να εκφέρω τη γνώμη μου, η κυρία Αντιόπη Βεργιάδη, είχε την αποκοτιά να ζητήσει να δοθούν 500 (πεντακόσια) ευρώ ως ετήσια επιχορήγηση για τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις του Θεατρικού Εργαστηρίου που επρόκειτο να συσταθεί για τα μέλη των τριών ΚΑΠΗ του Δήμου μας. Για τις μανάδες μας και τους πατεράδες μας, όπως πολύ εύστοχα και συγκινητικά λέει ο κύριος Δήμαρχος όταν αναφέρεται σε θέματα που αφορούν στα ΚΑΠΗ. Και όταν οι πατεράδες τους και οι μανάδες τους έδωσαν την πρώτη τους παράσταση στον Εορτασμό για τα «30 χρόνια των ΚΑΠΗ», τον Οκτώβριο του 2010, τα 70 (εβδομήντα) ευρώ, που δαπάνησα για έξοδα φροντιστηρίου, όπως λέμε στο θέατρο, παρά τις διαβεβαιώσεις την κυρίας Δημοτικής Συμβούλου και Προέδρου των ΚΑΠΗ – δεν αναφέρομαι σε ονόματα, στους Τίτλους τους αναφέρομαι – ότι θα τα λάβω, δεν τα έλαβα ποτέ. Και πάντα υπάρχει και μια δικαιολογία. Τότε δεν μπορούσαν να εκταμιεύσουν ούτε ένα ευρώ, γιατί τα βιβλία τους τα κρατούσε κλειστά για έλεγχο το ΣΔΟΕ. Και όταν πάλι εφέτος, στις 3 Μαρτίου του 2012, θέλησα οι μανάδες τους και οι πατεράδες τους να δώσουν μια παράσταση, αξιοπρεπή, όπως αρμόζει στην δική τους αλλά και στη δική μας Διαδημοτική αξιοπρέπεια, έφτιαξα ένα σκηνικό με τα ίδια μου τα χέρια – και δάσκαλος και μαραγκός και μπογιατζής και χαμάλης, όπως κάνουνε άλλωστε και όλοι οι άνθρωποι σ’ αυτό το χώρο που αγαπάνε τη δουλειά τους – παρά τις διαβεβαιώσεις, για δεύτερη φορά, της προαναφερθείσας κυρίας Προέδρου, ότι τα 200 (διακόσια) ευρώ που δαπάνησα, για ξύλα, βίδες, πρόκες και μπογιές, θα τα λάβω πάραυτα, ακόμα τα περιμένω. Επί πέντε μήνες, εξετάζει το αίτημα μου η Οικονομική Επιτροπή του Δήμου Βύρωνα! Γιατί σ’ αυτήν, όπως μου είπε, ανέθεσε να εκπληρώσει τον λόγο που μου έδωσε η κυρία του Δ.Σ και Πρόεδρος των ΚΑΠΗ! Και η Οικονομική Επιτροπή σκίζεται επί μήνες να βρει τους κωδικούς που θα εντάξει το τεράστιο αυτό ποσόν! Για τις μανάδες τους και τους πατεράδες τους!

Η Κοροϊδία, σε όλο της το Μεγαλείο!

Με την κακομοιριά, με τη νοοτροπία του τζάμπα, τους δανεικούς ή τους μαζεμένους από τα σκουπίδια καναπέδες και με ρεφενέ, τασάκια, κηροπήγια, τραπεζομάντιλα, και με ό,τι ο καθένας φέρει απ’ το σπίτι του, ανεβαίνει θεατρική παράσταση, χτίζεται πολιτισμός;

Θα ανεβάσω αυτές τις δύο θεατρικές παραστάσεις, των μανάδων και των πατεράδων του Βύρωνα στο διαδίκτυο μια μέρα. Το χρωστάω σ’ αυτούς τους απλούς καθημερινούς ανθρώπους που έκαναν κατορθωτό το ακατόρθωτο. Για να βλέπουν τα εκάστοτε Δ.Σ και οι Οικονομικές τους Επιτροπές, ότι η ψυχές των πατεράδων τους και τον μανάδων τους παραμένουν ανοιχτές. Οι κωδικοί της δικής τους ψυχής παραμένουν, ενίοτε, άνυδροι και εφτασφράγιστοι!

Αγαπητή κυρία Τσιόγκα, «είναι επικίνδυνο να έχεις δίκιο, όταν η εξουσία έχει άδικο» είχε πει ο Βολτέρος και τρόμαξε να βρει μνήμα να τον θάψουνε! Κι εσείς κάτι ψυχανεμίζεστε όταν γράφετε: «Εύχομαι μετά την επιστολή μου αυτή, τα πράγματα να μην γίνουν ακόμη πιο δύσκολα γι’ αυτούς!» Το ίδιο εύχομαι και εγώ. Με τη διαφορά ότι προσωπικά δεν περιμένω τίποτα απ’ αυτούς, που τη στιγμή που σου μιλάνε για σκοπό και ιδέα, αλλότριους σκοπούς με το μυαλό τους κατεργάζονται.

Όμως αυτή η ξεραΐλα, δεν είναι χαρακτηριστικό μιας συγκεκριμένης Δημοτικής Ηγεσίας. Είναι, δυστυχώς, η ενδογενής και διαχρονική εθνική μας απαξία, να διορίζουμε τα πλέον ακατάλληλα άτομα σε θέσεις που αφορούν ακόμα και στον τομέα του πολιτισμού. Για να πληρωθεί το ρηθέν από τον αείμνηστο μεγάλο δάσκαλο, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο – είστε και εκπαιδευτικός απ’ ότι διαβάζω – πως: «Αυτή είναι η μοίρα μας. Και πολλών άλλων η μοίρα σ’ έναν τόπο, που είναι γεμάτος πνευματικότητα κι ωστόσο, το πνεύμα το μάχεται και το περιφρονεί μ’ εξοργιστικό πείσμα.»

Αγαπητή κυρία, δεν έχω τη χαρά και την τιμή να σας γνωρίζω. Και επιτρέψτε μου να μην εκτεθώ, σε πιθανές αντιπολιτευτικές σκοπιμότητες που τυχόν υποβόσκουν κάτω από την ανταλλαγή της αλληλογραφίας σας με τον κύριο Δήμαρχο. Εσείς ξεκαθαρίζετε πως δεν είναι αυτό το κίνητρό σας και οφείλω να σας πιστέψω. Και δεν ερευνώ να μάθω τα της άλλης πλευράς γιατί σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν θα εμπλακώ. Υπεραμύνομαι όμως την ελευθερία της φωνής σας, την στιγμή που άλλοι σιωπούν μπροστά στον ευτελισμό των πνευματικών ανθρώπων, που οδηγούνται στην ανάγκη να περιφέρονται εν είδει επαιτών από γραφείο σε γραφείο διεκδικώντας την πενιχρή αμοιβή τους. Σε ένα Δήμο που απέχει δύο χιλιόμετρα από το κέντρο της Πρωτεύουσας και εξακολουθεί να παραμένει ένα πολιτιστικά καθυστερημένο καρα-χωριό. Όχι γιατί στο Δήμο μας υπάρχει ένδεια πνευματικών ανθρώπων. Το τελείως αντίθετο συμβαίνει. Αλλά γιατί κυριαρχούσε και κυριαρχεί η έσχατη πνευματική ένδεια των ταγών της Δημοτικής μας Εξουσίας. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο, που το Δημοτικό μας Μέγαρο, είναι ένα Οροφοδιαμέρισμα πάνω από ένα Σούπερ Μπακάλικο και το Πνευματικό μας Κέντρο, ένα πνευματικό απόκεντρο, πάνω από ένα Γκαράζ. Όλα προσωρινά! Λες και βρισκόμαστε ακόμη σε καταυλισμό! Την ίδια μοίρα έχουν επιφυλάξει επί χρόνια και για τις θεατρικές μας σκηνές, τις αίθουσες μουσικών εκδηλώσεων, τα εργαστήρια των εικαστικών τεχνών, του χορού, και πάει λέγοντας. Σε όποια βρώμικη τρύπα και υπόγειο ξενοίκιαστο, εκεί στεγάζουν και τα εκπολιτιστικά τους παρ-οράματα. Με τις χιλιάδες τόνους τσιμέντα, πλακάκια, κυβόλιθους και αμμοχάλικα, που επιστρατεύτηκαν τα τελευταία είκοσι χρόνια για τις προεκλογικές τους εκστρατείες, δεν έστρωσαν κανένα δρόμο για τον πολιτισμό. Πεζοδρόμησαν και μονοδρόμησαν την πνευματική τους στειρότητα. Και όραμά τους παραμένει, η Σούπερ Καλλιτεχνική Εργολαβία, ο Μεγάλος Περίπατος, για να μας οδηγεί στο τίποτα και στο πουθενά.

Αυτά έναντι προλόγου! Που μπορεί να θεωρηθεί και άδικος και υποβολιμαίος για πρόσωπα, καταστάσεις και σύμβαντα. Ωστόσο υπάρχει και ο αντίλογος έως ότου θα υπάρχει Δημοκρατία. Και ο επίλογος θα γραφτεί από τα γεγονότα!

Γιάννης Ευαγγελίδης
κάτοικος Βύρωνα.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ