Δημοσκοπήσεις ή δημοκρατία;

Ότι οι πολλοί συμμετέχουν στα κοινά κυρίως όποτε έχουμε εκλογές και ότι συνήθως δυσπιστούν για τα κόμματα, τα συνδικάτα και τις δημοτικές παρατάξεις, είναι, δυστυχώς, παλιό και γνωστό: φράσεις όπως «εμένα μην μου βάζεις ταμπέλες», «οι ιδεολογίες πεθάνανε» και «όλοι ίδιοι είναι», λέγονται και γράφονται πολύ συχνά, άσχετα αν όλες τους προδίδουν μια ιδεολογία, την ίδια στιγμή που την αρνούνται. «Αν κάποιος σας λέει ότι δεν είναι ούτε αριστερός, ούτε δεξιός, τότε σίγουρα δεν είναι αριστερός», έλεγε ο Ιταλός φιλόσοφος Νορμπέρτο Μπόμπιο.

Καθώς οι πολλοί αποσύρονται από την πολιτική, αφήνοντας την Δημο-κρατία χωρίς δήμο, το κενό που αφήνουν επιχειρείται να καλυφθεί από τις δημοσκοπήσεις που ?υποτίθεται- κεντρίζουν το ενδιαφέρον. Το μέσο αυτό χρησιμοποιείται εδώ και πολλές δεκαετίες στις ΗΠΑ και την Ευρώπη και η εμπειρία από τη χρήση του έχει καταγραφεί σε αρκετά βιβλία, όπως το Η κατασκευή της κοινής γνώμης, του Γάλλου κοινωνιολόγου Patrick Chamagne (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη). Ο Champagne δείχνει ότι οι δημοσκοπήσεις δεν καταγράφουν απλώς απόψεις και τάσεις και υποστηρίζει ότι το πρόβλημα με αυτές δεν είναι μόνο αν λένε ή όχι την αλήθεια. Ακόμα κι αν είναι έγκυρες, οι δημοσκοπήσεις δεν αποτυπώνουν απλά αυτό που πιστεύουν οι ερωτώμενοι, αλλά πολύ συχνά προσπαθούν να το κατασκευάσουν. Η μέθοδός τους, ο τρόπος που τίθενται τα ερωτήματα, η στιγμή που αποφασίζεται να γίνει μια δημοσκόπηση, αυτός που την παραγγέλνει, το μέσο που τη δημοσιοποιεί και ο τρόπος που παρουσιάζει τα ευρήματά της, όλα αυτά συνδέονται μεταξύ τους και μας επιτρέπουν, αξιοποιώντας την εμπειρία από το εξωτερικό αλλά και τη χώρα μας, να ισχυριστούμε ότι τα «γκάλοπ» είναι πολιτικά εργαλεία: για το κυνήγι των εντυπώσεων, για την εξασφάλιση της επιθυμητής ερμηνείας ενός πολιτικού γεγονότος, για την επιρροή στην κοινή γνώμη και τη διαμόρφωση των απόψεων των πολλών.

Δεν ισχυρίζομαι ότι ο κόσμος είναι τόσο ανόητος που καταπίνει αμάσητο ό,τι του προσφέρουν οι εταιρείες δημοσκοπήσεων. Λέω, ωστόσο, ότι σε μια εποχή που τα κόμματα (ή οι δήμαρχοι) γνωρίζουν ή ενδιαφέρονται λιγότερο για το τι πιστεύουν οι πολίτες, και που, την ίδια στιγμή, οι πολίτες απαξιώνουν τους πολιτικούς και την κεντρική ή τοπική πολιτική, οι δημοσκοπήσεις χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατο της συμμετοχής των πολιτών, από όσους μπορούν να διαθέσουν αρκετά χρήματα για να τις παραγγείλουν και έχουν τα μέσα για να τις αξιοποιήσουν. Ως αποτέλεσμα, αντί για τις απόψεις ή τις δράσεις της κοινωνίας, καταλήγουμε να διαβάζουμε ποσοστά και απλοϊκές τοποθετήσεις του τύπου «ναι/όχι» σε συγκεκριμένα ερωτήματα, που συχνά μάλιστα είναι αδύνατο να απαντηθούν μονολεκτικά. Περιττό να πω ότι ωφελημένοι από τη διαδικασία αυτή βγαίνουν εκείνοι που καταλαβαίνουν το «πνεύμα της εποχής» και δεν έχουν κανένα οικονομικό ή ιδεολογικό πρόβλημα για να μην παίξουν το πολιτικό παιχνίδι με τους «σύγχρονους όρους», δηλαδή με πολλά λεφτά και καθόλου ενεργούς πολίτες. (Ένας πολιτικός επιστήμονας θα το έλεγε «μετάβαση από τις καμπάνιες ?έντασης εργασίας? στις καμπάνιες ?έντασης κεφαλαίου?).

Για όλους αυτούς τους λόγους, μου έκανε πολύ κακή εντύπωση η αντιγραφή, από την εφημερίδα B+, όσων ισχύουν στην κεντρική πολιτική σκηνή. Δεν στέκομαι στα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων, αλλά στο γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια έχει συμβεί στην Ελλάδα μια απίστευτη κατάχρηση του μέσου, που πάει να επεκταθεί και σε επίπεδο δήμων, με την μηνιαία εφημερίδα να ανοίγει το χορό· ενδεχομένως με καλές -και όχι μόνο εμπορικές- προθέσεις (δεν μου αρέσουν οι θεωρίες συνωμοσίας), αλλά σίγουρα όχι σε όφελος της δημοκρατικής πολιτικής συμμετοχής.

Ας μην ξεχνιόμαστε: την τελευταία τριετία, μόνο η GPO διεξήγαγε μερικές δεκάδες δημοσκοπήσεις για λογαριασμό της εβδομαδιαίας εκπομπής του Γ. Πρετεντέρη στο Mega, πολλές από τις οποίες χρησιμοποιήθηκαν για να απαξιώσουν κοινωνικές διεκδικήσεις (βλ. καταλήψεις 2006-7), για να «εξαφανίσουν» από την πολιτική συζήτηση τα κόμματα και τους υποψηφίους της Αριστεράς (επικεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά στα δύο κόμματα εξουσίας και τους «υποψήφιους πρωθυπουργούς») και για να επιβάλουν συγκεκριμένη θεματολογία ή οπτική στη δημόσια συζήτηση (βλ. την πίεση που υπέστη ο ΣΥΡΙΖΑ για τη στάση του στα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008, με τους δημοσιογράφους να επισημαίνουν-απειλούν διαρκώς ότι «τα ποσοστά πέφτουν»). Είναι χαρακτηριστικό ότι την επαύριο των ευρωεκλογών του 2009 (που πολλά ΜΜΕ συνέχισαν να μιλούν για δημοσκοπήσεις, ασχολούμενα περισσότερο με αυτές, παρά με το πρόσφατο εκλογικό αποτέλεσμα?), δημοσιογράφοι υποστήριξαν ?και σωστά- πως ζήσαμε την πιο χειραγωγημένη απ? τα γκάλοπ εκλογική μάχη, από την εποχή της Μεταπολίτευσης.

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν μας αρέσουν ή όχι οι δημοσκοπήσεις κι αυτά που δείχνουν. Είναι ότι αυτοί που σήμερα παραγγέλνουν δημοσκοπήσεις, εκτιμώντας ότι έτσι αντλούν πολιτικά οφέλη, μπορεί να είναι στο κοντινό αύριο αυτοί που θα πιέζονται ή θα εκβιάζονται από τους αντιπάλους τους και τα ΜΜΕ με τον μπαμπούλα των ποσοστών. Και οι πολλοί; Η άποψή τους δεν θα αξίζει παρά όσο ένα νούμερο.


Δημοσθένης Παπαδάτος – Αναγνωστόπουλος

πολιτικός επιστήμονας – μέλος της Στάσης Βύρωνα


ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ